|
Τζένη Γιαμάλογλου
Μουσικοπαιδαγωγός – Γεν. Ταμίας ΠΕΕΜΔΕ
Εισήγηση που παρουσιάστηκε στην Ημερίδα του ΚεΜεΤε για τη Μουσική Εκπ/ση, 18 Απριλίου 2005
«H μουσική αγωγή στην Α/βάθμια εκπαίδευση»
Βιωματική ή Θεωρητική προσέγγιση;
Η επιστήμη της Παιδαγωγικής έχει
βαθιές ρίζες εδώ και πολλούς αιώνες. Παιδαγωγικές Θεωρίες οι οποίες
απορρίπτουν την απομνημόνευση μέσω της αποστήθισης, αντικαθίστανται από
την παρατήρηση – τον συλλογισμό και την προσωπική έκφραση και άποψη.
Αυτές οι αρχές γνωστές ήδη από παλιότερους αιώνες.
Αρχές που κατέθεσαν οι καινοτόμοι
παιδαγωγοί όπως ο Πεσταλότσι (Pestallozzi), ο Ρουσσώ (Rousseau) και ο
πιο σύγχρονος Αμερικανός φιλόσοφος Ντιούι (Dewey).
Πολλά παιδαγωγικά ρεύματα έφεραν μια
επανάσταση στη γενική παιδεία. Μια επανάσταση όμως που άργησε πολύ να
εκδηλωθεί ως ιδέα στην παιδαγωγική της μουσικής και υστερεί να
εφαρμοστεί ακόμα και στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα της μουσικής
αγωγής στα σχολεία. Η παιδοκεντρική αντίληψη διδασκαλίας της μουσικής
αγωγής, που προσφέρει στο παιδί γνώσεις οι οποίες σχετίζονται με τις
εμπειρίες του, τα ενδιαφέροντά του και τις ικανότητές του βρίσκουν
ανταπόκριση και εδραιώνονται στο μουσικοπαιδαγωγικό έργο του Κάρλ Όρφ
(Carl Orff).
Ο Όρφ έδωσε πρώτιστη σημασία στη
διδασκαλία της μουσικής μέσω του παιχνιδιού και της βιωματικής
εμπειρίας, τα οποία κατευθύνονται περισσότερο από την ανταπόκριση των
παιδιών και όχι τόσο από τον ίδιο το δάσκαλο.
Η παγκόσμια απήχηση που γνώρισε το
σύστημα Όρφ οφείλεται στο γεγονός ότι χρησιμοποιεί το δημιουργικό
παιχνίδι ως αναπόσπαστο μέσο-στοιχείο της μουσικής μάθησης.
Μ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά βιώνουν
εμπειρικά τις μουσικές έννοιες μέσα από τον λόγο, την κίνηση, το
τραγούδι, τη χρήση μουσικών οργάνων, τον αυτοσχεδιασμό. Αυτή η
βιωματική εμπειρία έχει ως σκοπό της να ενεργοποιήσει το γνωστικό,
συναισθηματικό και ψυχοκινητικό κόσμο των παιδιών και όχι να παράγει
στείρα γνώση, αποκομμένη από τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε παιδιού.
Όσοι ασχολούμαστε με την εκπαίδευση
γνωρίζουμε πολύ καλά τις θεωρίες και τα αποτελέσματα των παιδοκεντρικών
ή δασκαλοκεντρικών διδασκαλιών. Όπως γνωστή είναι και η εκπαιδευτική
φιλοσοφία η οποία σχετίζεται με το «τι» διδάσκει ο κάθε εκπαιδευτικός. Ο προβληματισμός δημιουργείται στο «γιατί» και «πώς», διδάσκουμε τις Θεματικές ενότητες που πρέπει να διδαχθούν.
Θέλουμε πραγματικά να βλέπουμε
ικανοποιημένα και χαμογελαστά πρόσωπα; ή το μοναδικό μας ενδιαφέρον
είναι να μείνουμε πιστοί σ’αυτά που ήδη γνωρίζουμε, διδάσκοντάς τα με
τον παραδοσιακό τρόπο και να παράγουμε παθητικούς δέκτες – αφομοιωτικές
μηχανές;
Θεωρητικά γνωρίζουμε ότι ο κεντρικός
στόχος της μουσικής αγωγής πρέπει να είναι η μουσική πράξη μέσω της
ενεργητικής συμμετοχής των παιδιών στο μάθημα.
Γνωρίζουμε επίσης, ότι θεωρία και
πράξη πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται. Ότι πρέπει να συμμετέχουν όλα τα
παιδιά και όχι μόνο τα ιδιαίτερα «ταλέντα», δεδομένου ότι μέσω
του μαθήματος της μουσικής δε λαμβάνουν μόνο γνώση αλλά και
επικοινωνούν μεταξύ τους αφού πρόκειται για μια συλλογική διεργασία.
Είναι γνωστό επίσης ότι κατά τη
διάρκεια της διδασκαλίας πρέπει να εμπλέκουμε δημιουργικά βασικές
κατηγορίες της μουσικής όπως: το τραγούδι, τη μουσική ακρόαση, την
εκτέλεση σε διάφορα μελωδικά ή ρυθμικά όργανα, την μουσική και κίνηση,
τη μουσική δημιουργία (αυτοσχεδιασμός).
Όλα αυτά χρειάζονται προκειμένου να εμπλουτίσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις μουσικές εμπειρίες των παιδιών.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί της μουσικής, οι οποίοι ενδιαφέρονται να διδάξουν στους μαθητές τους μουσική «υψηλής ποιότητας», και το μάθημά τους περιλαμβάνει:
· Μουσική ακρόαση «καλής μουσικής».
· Γνωριμία με όλα τα όργανα της ορχήστρας (οργανογνωσία).
· Γνωριμία με τη θεωρία – σολφέζ.
· Γνώση της εργογραφίας μεγάλων συνθετών.
· Απόκτηση μουσικών δεξιοτήτων.
· Γνώση σημειογραφίας.
Όλα αυτά πολύ συχνά αξιολογούνται μέσω των διαγωνισμάτων.
Τελικά πόσο ειρωνικό είναι αν σκεφτούμε ότι όλα τα παραπάνω γίνονται χάριν της «καλής» μουσικής και του «καλού» και «ενδιαφέροντος» μαθήματος.
Δυστυχώς αυτή η εκπαιδευτική θεώρηση
έχει μεγάλη απήχηση από πολλούς παραδοσιακούς εκπαιδευτικούς της
μουσικής. Αυτό συμβαίνει γιατί έχει απτούς και ξεκάθαρους στόχους, όπως
την ευκολία δημιουργίας παθητικών δεκτών και όχι μουσικά σκεπτόμενων
ακροατών.
Αν αυτό το μάθημα που προανέφερα
προοριζόταν για κάποιο Μουσικό σχολείο ή κάποιο Ωδείο, τότε θα ήταν
επιτυχημένο (μια και σ’ αυτούς τους χώρους ζητείται από τους μαθητές η
εξειδίκευση με το αντικείμενο γνώσης). Τί γίνεται όμως όταν αυτό
προορίζεται για τα σχολεία της Α/βάθμιας γενικής εκπαίδευσης;
Τα αποτελέσματα είναι ήδη γνωστά.
Κατά πλειοψηφία συναντούμε μαθητές αδιάφορους. Αυτό δημιουργείται από
την απομάκρυνση της ενεργούς και βιωματικής ενασχόλησης με τη μουσική.
Η οποία αποφέρει μαθητές χωρίς
αισθητική ποιότητα, αποξενωμένους από το μάθημα, στερώντας και
εμποδίζοντάς τους να χαρούν τη μαγεία της δημιουργίας και της
συμμετοχής.
Έτσι οι πιο αισιόδοξες απόψεις περί
καινούριων – καινοτόμων μουσικοπαιδαγωγικών συστημάτων αντικρούονται
πολλές φορές στην εκπαιδευτική μουσική. Δηλαδή σ’ αυτό που γίνεται μέσα
στην τάξη.
Τα τελευταία χρόνια όλο και
περισσότεροι μιλούν για μια μουσική αγωγή η οποία απευθύνεται σε όλα τα
παιδιά, αλλά και στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ενός χωριστά, οι
οποίες προσδιορίζονται από την πολιτιστική, κοινωνική αγωγή και τα
μουσικά του βιώματα.
Όλες οι μέθοδοι διδασκαλίας, τόσο
στην φιλοσοφία, όσο και στην τεχνική τους έχουν ένα κοινό στόχο και
σκοπό. Την ανάπτυξη της μουσικότητας.
Στόχος, ο οποίος είναι εφικτός μόνο
με τη βιωματική συμμετοχή σε δραστηριότητες δημιουργικής έκφρασης,
εξερεύνησης, πειραματισμού και αυτενέργειας.
Με κατάλληλη εκπαίδευση όλα τα
παιδιά μπορούν να αναπτύξουν ικανοποιητική αντίληψη του ρυθμού, της
μελωδίας, της τονικότητας του αυτοσχεδιασμού, της σημειογραφίας, της
τεχνικής κατάρτισης ενός οργάνου.
Κατά τον Όρφ όμως «το να μάθουν
τα παιδιά όλες αυτές τις έννοιες και τις μουσικές δεξιότητες πριν
μάθουν να εκφράζονται με τη μουσική, είναι σα να διδάσκονται ανάγνωση
ενώ δεν μπορούν να εκφραστούν με τη γλώσσα τους».
Η διδασκαλία της μουσικής στην Α/βάθμια εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στη θεωρία του Μπρούνερ (Bruner).
Στους τρεις τρόπους μάθησης και την
ιεράρχησή τους σε: εμπειρικό – εικονικό – συμβολικό. Παράλληλα δε
πρέπει να λησμονείται η προοδευτική μάθηση από το ευκολότερο στο
δυσκολότερο κατά τη θεωρία του Γκανιέ (Gagné).
Η αξιοπιστία τέτοιων
μουσικοπαιδαγωγικών μεθόδων οι οποίες στηρίζονται στη βιωματική
προσέγγιση με την ενεργό συμμετοχή των μαθητών είναι ικανές να
καλλιεργούν τη συνολική μουσικότητα των παιδιών και να τοποθετούν τη
δημιουργική ικανότητα στο κέντρο της μουσικής εκπαίδευσης.
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι
δεν πρέπει ν’ αλλάξει μόνο το παραδοσιακό μοντέλο εκπαίδευσης, αλλά και
οι διδάσκοντες να έχουν μια τέτοια μουσικοπαιδαγωγική κατάρτιση, έτσι
ώστε να είναι ικανοί να μεταδώσουν παιδοκεντρικά τη γνώση τους. Διότι ο
παιδαγωγός – μουσικός είναι αυτός που θεμελιώνει τις μουσικές βάσεις
και αρχές των μαθητών και όχι ο «μουσικός».
Οι μουσικοπαιδαγωγοί έχοντας ως
αφετηρία τη γνώση της έμφυτης μουσικότητας του ανθρώπου καλούνται να
την ανασύρουν από τον κάθε ένα ξεχωριστά.
|